βατταρίζω

βαττᾰρ-ίζω, onomatop. word,
A stammer, Hippon.108, Pl.Tht.175d (prob.l.), Cic.Att.6.5.1, Luc.JTr.27.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βατταρίζω — (AM βατταρίζω) τραυλίζω νεοελλ. περιφέρομαι άσκοπα εδώ κι εκεί. [ΕΤΥΜΟΛ. Ηχομιμητική λέξη (πρβλ. διπλό ττ ), που θεωρείται ότι ανάγεται σε *bata , ονοματοποιημένο στοιχείο που εκφράζει παιδικό τραύλισμα ή έκπληξη (πρβλ. και λ. βαττολογώ). Το… …   Dictionary of Greek

  • βατταρίζω — ισα 1. τραυλίζω, μιλώ με κακή άρθρωση: Δεν μπορείς να τον καταλάβεις όταν μιλάει γιατί βατταρίζει. 2. μτφ., μωρολογώ, μιλάω σαν μωρό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βατταριεῖ — βατταρίζω stammer fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) βατταρίζω stammer fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βατταρισθέντα — βατταρίζω stammer aor part pass neut nom/voc/acc pl βατταρίζω stammer aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βατταρίζον — βατταρίζω stammer pres part act masc voc sg βατταρίζω stammer pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βατταρίζοντα — βατταρίζω stammer pres part act neut nom/voc/acc pl βατταρίζω stammer pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βατταρίζουσι — βατταρίζω stammer pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) βατταρίζω stammer pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βατταρίζουσιν — βατταρίζω stammer pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) βατταρίζω stammer pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βατταριζέτωσαν — βατταρίζω stammer pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βατταρίζειν — βατταρίζω stammer pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βατταρίζεις — βατταρίζω stammer pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.